γνωμόνιον

γνωμόν-ιον, τό, Dim. of
A

γνώμων 11.2

. a, pointer or dial-hand, Hero Dioptr.5, Procl.Hyp.3.26 (pl.).

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γνωμόνιον — γνωμόνιον, το (Α) [γνώμων] δείκτης τού ηλιακού ρολογιού …   Dictionary of Greek

  • γνωμόνιον — pointer neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονίοις — γνωμόνιον pointer neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονίου — γνωμόνιον pointer neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμονίων — γνωμόνιον pointer neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γνωμόνια — γνωμόνιον pointer neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.